Οικονομία

Αρνητικά σενάρια για τον προϋπολογισμό 2026 από την αναταραχή στην αγορά πετρελαίου

Αν και στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, η κατάσταση στη Βενεζουέλα με την ξαφνική επίθεση των ΗΠΑ και την επακόλουθη αναταραχή στην αγορά πετρελαίου, δεν αφήνει ανεπηρέαστη και την χώρα μας, καθώς ο προϋπολογισμός του 2026 βασίζει τις προβλέψεις του σε συγκεκριμένες παραδοχές.

Γιατί οι προβλέψεις μεγεθών του ελληνικού προϋπολογισμού στηρίζονται σε συγκεκριμένες τιμές πετρελαίου στις διεθνείς αγορές, οι οποίες δείχνουν τώρα να πιέζονται από την ευμετάβλητη και έκρυθμη κατάσταση στη Βενεζουέλα, η οποία αποτελεί χώρα με γιγαντιαίες πηγές του «μαύρου χρυσού».

Η διαδικασία μετάδοσης της κρίσης, προφανώς, δεν είναι αυτόματη, καθώς για να φτάσουν τα «απόνερα» στη χώρα μας πρέπει να μεσολαβήσει ένταση των πιέσεων και σε μέγεθος αλλά και σε χρονική διάρκεια.

Πιο συγκεκριμένα, για να μεταφραστεί η αναταραχή στη Βενεζουέλα σε δημοσιονομικό ρίσκο θα πρέπει κατά πρώτο, να φανεί αν το γεγονός μένει σε βραχυπρόθεσμη νευρικότητα στις αγορές ή αν θα κρατήσει για εβδομάδες ή και μήνες επηρεάζοντας την προμήθεια πετρελαίου, καθώς αυτό είναι που ανεβάζει τον ετήσιο μέσο όρο του Brent.

Δεύτερο, να φανεί πόσο θα περάσει ενδεχόμενη ανοδική κίνηση του Brent στα καύσιμα και στον πληθωρισμό, καθώς εκεί θα κριθεί αν θα επηρεαστεί η κατανάλωση, τα φορολογικά έσοδα και η πίεση για μέτρα στήριξης.

Και τρίτο, να φανεί αν το γεωπολιτικό ρίσκο θα περάσει και στο κόστος χρήματος, δηλαδή αν οι αγορές αρχίσουν να τιμολογούν πιο ακριβά το ρίσκο διεθνώς, κάτι που επηρεάζει τις νέες εκδόσεις χρέους, τις επιχειρήσεις και το συνολικό οικονομικό κλίμα.

Ποιο είναι το σημείο αναφοράς του ελληνικού προϋπολογισμού

Το σχέδιο του ελληνικού προϋπολογισμού για το 2026 λαμβάνει ως τεχνική υπόθεση για την τιμή του Brent το 2026 τα 64 δολάρια ανά βαρέλι, έναντι 67,7 δολαρίων για το 2025 και 80,5 δολαρίων για το 2024, παραπέμποντας στις προβλέψεις της Κομισιόν για τη κατεύθυνση των τιμών. Αν ο μέσος όρος του 2026 σταθεροποιηθεί σημαντικά πάνω από αυτή την υπόθεση, αυξάνει η πιθανότητα απόκλισης σε πληθωρισμό και ανάπτυξη και, μέσω αυτών, σε έσοδα και δαπάνες του προϋπολογισμού.

Η κρίση στη Βενεζουέλα μπαίνει στο ραντάρ και των αγορών επειδή δείχνει να επηρεάζει τις φυσικές ροές πετρελαίου. Σύμφωνα με το Reuters στις 03.01.2026, οι εξαγωγές της χώρας έχουν ουσιαστικά παραλύσει, με δεξαμενόπλοια που έχουν φορτώσει να μην αποπλέουν και με απουσία φορτώσεων στο βασικό πετρελαϊκό λιμάνι Jose. Καταγράφεται κίνδυνος κορεσμού των αποθηκευτικών χώρων, κάτι που μπορεί να οδηγήσει σε περικοπές παραγωγής αν οι ροές δεν αποκατασταθούν, ακόμη κι αν οι εγκαταστάσεις δεν έχουν υποστεί ζημιές.

Είναι χαρακτηριστικό πως τον Νοέμβριο 2025, οι εξαγωγές της Βενεζουέλας κινούνταν γύρω στις 921.000 βαρέλια ημερησίως. Στις αρχές Ιανουαρίου οι ροές είχαν πέσει περίπου στο μισό σε σχέση με τα επίπεδα τον Νοέμβριο, πριν η εικόνα εξελιχθεί σε πλήρη παράλυση φορτώσεων λόγω της αμερικανικής επίθεσης.

Η αγορά προεξοφλεί ότι μια πολιτική μετάβαση θα φέρει περισσότερη προσφορά κάποια στιγμή μέσω ανοίγματος των επενδύσεων στο βενεζουελάνικο πετρέλαιο, αλλά δεν τη θεωρεί άμεση λύση για το 2026. Σύμφωνα με το Reuters, δεν υπάρχουν γρήγορες λύσεις στην αξιοποίηση των αποθεμάτων και στην αύξηση παραγωγής σε υψηλότερα επίπεδα, ακόμη και αν μπουν επενδυτικά κεφάλαια, επειδή οι υποδομές και τα δίκτυα χρειάζονται χρόνο και σταθερό κλίμα. Με άλλα λόγια, βραχυπρόθεσμα υπερισχύει το ρίσκο και η μεταβλητότητα και μένει να φανεί αν και κατά πόσο θα «παγιωθούν» αυτές οι συνθήκες στην αγορά.

Αν και η Ελλάδα δεν προμηθεύεται ενέργεια από την Βενεζουέλα, το βασικό κανάλι μετάδοσης της αναταραχής είναι το γεγονός πως η κίνηση της τιμής του Brent περνά στη βενζίνη, στο ντίζελ και ναυτιλιακά καύσιμα, επηρεάζει το κόστος και τον χρόνο των προμηθειών και έτσι, τροφοδοτεί τον γενικό πληθωρισμό. Για μια οικονομία που εισάγει πετρέλαιο, όπως η Ελλάδα για τα διυλιστήρια της, αυτό επιφέρει ενδεχόμενες συνέπειες.

Οι επιδράσεις στον προϋπολογισμό

Στον προϋπολογισμό, οι επιδράσεις θα μπορούσαν να είναι ταυτόχρονα θετικές και αρνητικές. Από τη μία, υψηλότερη τελική τιμή καυσίμων μπορεί να αυξήσει τον ΦΠΑ ανά λίτρο αλλά από την άλλη, η κατανάλωση μπορεί να μειωθεί, περιορίζοντας τα έσοδα. Ο ΕΦΚ στα καύσιμα είναι κατά βάση αναλογικός βάσει μονάδων προϊόντος, άρα δεν ανεβαίνει αυτόματα με την τιμή, και τα έσοδα εξαρτώνται κυρίως από τους όγκους. Αν η αύξηση τιμών συμπιέσει δραματικά την κατανάλωση, το δημοσιονομικό όφελος από τον ΦΠΑ μπορεί να αποδειχθεί μικρότερο από όσο δείχνει σε πρώτο χρόνο.

Ωστόσο, το πιο ευαίσθητο σημείο για τον ελληνικό προϋπολογισμό είναι η πλευρά των δαπανών καθώς όταν οι τιμές ενέργειας ανεβαίνουν έντονα και για αρκετό διάστημα, αυξάνει η πιθανότητα πίεσης για μέτρα στήριξης νοικοκυριών και επιχειρήσεων απαιτώντας πρόσθετο δημοσιονομικό χώρο, ενώ το υψηλότερο ενεργειακό κόστος μπορεί να αυξήσει λειτουργικές δαπάνες του Δημοσίου, εντός του αυστηρού ευρωπαϊκού πλαισίου των δημοσιονομικών κανόνων.  

Με το WordPress Automatic Plugin από την codecanyon
Πλέον στην ιστοσελίδα μας δημοσιεύονται αυτόματα άρθρα μέσω «RSS feeds».
Από όποια σελίδα μας τα προσφέρει!
Δεν φέρουμε καμιά απολύτως ευθύνη για το περιεχόμενο.

Αν πιστεύεται πως αυτό το άρθρο πρέπει να διαγραφεί μην διστάσετε να μας βρείτε στα social media.

Σχετικά Άρθρα

Back to top button